ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταματώ να πίνω, αφήνω κάτι μισοτελειωμένο

Κλίση

Παρόν (απλό)
飲み止す
Παρόν (ευγενικό)
飲み止します
Άρνηση (απλή)
飲み止さない
Άρνηση (ευγενική)
飲み止しません
Παρελθόν (απλό)
飲み止した
Παρελθόν (ευγενικό)
飲み止しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飲み止さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飲み止しませんでした
Τε-μορφή
飲み止して
Δυνητική
飲み止せる
Προστακτική
飲み止せ
Βουλητική
飲み止そう
Υποθετική (ば)
飲み止せば