つぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπαταλάω τα χρήματά μου στο ποτό, γίνομαι μέθυσος, πίνω μέχρι να γίνω χάλια
  2. 02 πίνω περισσότερο από κάποιον άλλον μέχρι εκείνος να μην μπορεί να συνεχίσει

Κλίση

Παρόν (απλό)
飲み潰す
Παρόν (ευγενικό)
飲み潰します
Άρνηση (απλή)
飲み潰さない
Άρνηση (ευγενική)
飲み潰しません
Παρελθόν (απλό)
飲み潰した
Παρελθόν (ευγενικό)
飲み潰しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飲み潰さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飲み潰しませんでした
Τε-μορφή
飲み潰して
Δυνητική
飲み潰せる
Προστακτική
飲み潰せ
Βουλητική
飲み潰そう
Υποθετική (ば)
飲み潰せば