飲む
ρήμα | N5 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πίνω, καταπίνω, παίρνω (φάρμακο)
- 02 καπνίζω (καπνό)
- 03 καταπίνω, απορροφώ
- 04 καταπνίγω (τον θυμό, τα πικρά συναισθήματα), συγκρατώ, καταπίνω (τα δάκρυα), κόβω (την ανάσα)
- 05 δέχομαι (απαίτηση, όρους), αποδέχομαι, συμφωνώ
- 06 υποτιμώ (κάποιον), περιφρονώ, δεν υπολογίζω, κατακλύζω, συντρίβω
- 07 φέρω (κρυφό στιλέτο), κρύβω (στο μανίκι)
Παραδείγματα
-
水を飲みます。
Πίνω νερό.
-
毎朝、コーヒーを飲みます。
Κάθε πρωί πίνω καφέ.
-
体調が悪い時は、薬を飲むのが一番です。
Όταν δεν νιώθεις καλά, το καλύτερο είναι να πάρεις φάρμακο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 飲む
- Παρόν (ευγενικό)
- 飲みます
- Άρνηση (απλή)
- 飲まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 飲みません
- Παρελθόν (απλό)
- 飲んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 飲みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 飲まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 飲みませんでした
- Τε-μορφή
- 飲んで
- Δυνητική
- 飲める
- Προστακτική
- 飲め
- Βουλητική
- 飲もう
- Υποθετική (ば)
- 飲めば
- Υποθετική (たら)
- 飲んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 飲みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 飲むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 飲みなさい
- Παθητική
- 飲まれる
- Αιτιατική
- 飲ませる