飲んだくれる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεθάω μέχρι λιποθυμίας, καταντάω μεθύστακας
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 飲んだくれる
- Παρόν (ευγενικό)
- 飲んだくれます
- Άρνηση (απλή)
- 飲んだくれない
- Άρνηση (ευγενική)
- 飲んだくれません
- Παρελθόν (απλό)
- 飲んだくれた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 飲んだくれました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 飲んだくれなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 飲んだくれませんでした
- Τε-μορφή
- 飲んだくれて
- Δυνητική
- 飲んだくれられる
- Προστακτική
- 飲んだくれろ
- Βουλητική
- 飲んだくれよう
- Υποθετική (ば)
- 飲んだくれれば
- Υποθετική (たら)
- 飲んだくれたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 飲んだくれたい
- Απαγορευτική (~な)
- 飲んだくれるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 飲んだくれなさい
- Παθητική
- 飲んだくれられる
- Αιτιατική
- 飲んだくれさせる