飲いん食しょく禁きん止し

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαγόρευση κατανάλωσης φαγητού και ποτού (π.χ. σε πινακίδα σε βιβλιοθήκη κ.λπ.), απαγορεύεται το φαγητό ή το ποτό