飴たがね

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: あめ

  1. 01 αρχαϊκό γλύκισμα (π.χ. καραμέλα, μότσι), γλυκό

Παραδείγματα

  • 飴たがねを食たべます。

    Θα φάω ένα γλυκό.

  • 祭まつりで甘あまい飴たがねを買かいました。

    Στο φεστιβάλ αγόρασα ένα γλυκό.

  • 昔むかしながらの素朴そぼくな味あじわいの飴たがねは、子供こどもの頃ころを思おもい出ださせます。

    Τα παραδοσιακά γλυκά με την απλή τους γεύση μου θυμίζουν τα παιδικά μου χρόνια.