いぬをかまれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός προδίδομαι από έμπιστο ακόλουθο

Κλίση

Παρόν (απλό)
飼い犬に手をかまれる
Παρόν (ευγενικό)
飼い犬に手をかまれます
Άρνηση (απλή)
飼い犬に手をかまれない
Άρνηση (ευγενική)
飼い犬に手をかまれません
Παρελθόν (απλό)
飼い犬に手をかまれた
Παρελθόν (ευγενικό)
飼い犬に手をかまれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飼い犬に手をかまれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飼い犬に手をかまれませんでした
Τε-μορφή
飼い犬に手をかまれて
Δυνητική
飼い犬に手をかまれられる
Προστακτική
飼い犬に手をかまれろ
Βουλητική
飼い犬に手をかまれよう
Υποθετική (ば)
飼い犬に手をかまれれば