飼かう

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω (ζώο, κατοικίδιο), ανατρέφω, εκτρέφω, ταΐζω

Παραδείγματα

  • 私わたしは犬いぬを飼かっています。

    Έχω σκύλο.

  • 実家じっかではたくさんの動物どうぶつを飼かっていました。

    Στο πατρικό μου είχαμε πολλά ζώα.

  • ペットを飼かうということは、その命いのちに責任せきにんを持もつことだと考かんがえています。

    Το να έχεις ένα κατοικίδιο σημαίνει ότι αναλαμβάνεις την ευθύνη για τη ζωή του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
飼う
Παρόν (ευγενικό)
飼います
Άρνηση (απλή)
飼わない
Άρνηση (ευγενική)
飼いません
Παρελθόν (απλό)
飼った
Παρελθόν (ευγενικό)
飼いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飼わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飼いませんでした
Τε-μορφή
飼って
Δυνητική
飼える
Προστακτική
飼え
Βουλητική
飼おう
Υποθετική (ば)
飼えば