かす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προκαλώ ανία, κουράζω, εξαντλώ, αμβλύνω την κρίση
  2. 02 ξοδεύω πλουσιοπάροχα (και χωρίς λύπη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
飽かす
Παρόν (ευγενικό)
飽かします
Άρνηση (απλή)
飽かさない
Άρνηση (ευγενική)
飽かしません
Παρελθόν (απλό)
飽かした
Παρελθόν (ευγενικό)
飽かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飽かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飽かしませんでした
Τε-μορφή
飽かして
Δυνητική
飽かせる
Προστακτική
飽かせ
Βουλητική
飽かそう
Υποθετική (ば)
飽かせば