ほうしょくだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός χορτασμένος και καλοντυμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
飽食暖衣する
Παρόν (ευγενικό)
飽食暖衣します
Άρνηση (απλή)
飽食暖衣しない
Άρνηση (ευγενική)
飽食暖衣しません
Παρελθόν (απλό)
飽食暖衣した
Παρελθόν (ευγενικό)
飽食暖衣しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飽食暖衣しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飽食暖衣しませんでした
Τε-μορφή
飽食暖衣して
Δυνητική
飽食暖衣できる
Προστακτική
飽食暖衣しろ
Βουλητική
飽食暖衣しよう
Υποθετική (ば)
飽食暖衣すれば