かざける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διακοσμώ, στολίζω
  2. 02 εκθέτω

Κλίση

Παρόν (απλό)
飾り付ける
Παρόν (ευγενικό)
飾り付けます
Άρνηση (απλή)
飾り付けない
Άρνηση (ευγενική)
飾り付けません
Παρελθόν (απλό)
飾り付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
飾り付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飾り付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飾り付けませんでした
Τε-μορφή
飾り付けて
Δυνητική
飾り付けられる
Προστακτική
飾り付けろ
Βουλητική
飾り付けよう
Υποθετική (ば)
飾り付ければ