かざてる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στολίζω επιδεικτικά, παραφορτώνω με διακοσμητικά, στολίζω υπερβολικά, καλλωπίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
飾り立てる
Παρόν (ευγενικό)
飾り立てます
Άρνηση (απλή)
飾り立てない
Άρνηση (ευγενική)
飾り立てません
Παρελθόν (απλό)
飾り立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
飾り立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飾り立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飾り立てませんでした
Τε-μορφή
飾り立てて
Δυνητική
飾り立てられる
Προστακτική
飾り立てろ
Βουλητική
飾り立てよう
Υποθετική (ば)
飾り立てれば