よう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υιοθετούμαι, εισέρχομαι σε μια οικογένεια ως υιοθετημένο παιδί

Κλίση

Παρόν (απλό)
養子に行く
Παρόν (ευγενικό)
養子に行きます
Άρνηση (απλή)
養子に行かない
Άρνηση (ευγενική)
養子に行きません
Παρελθόν (απλό)
養子に行った
Παρελθόν (ευγενικό)
養子に行きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
養子に行かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
養子に行きませんでした
Τε-μορφή
養子に行って
Δυνητική
養子に行ける
Προστακτική
養子に行け
Βουλητική
養子に行こう
Υποθετική (ば)
養子に行けば