饐える
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα χαλάω (για φαγητό), ταράζομαι, ξινίζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 饐える
- Παρόν (ευγενικό)
- 饐えます
- Άρνηση (απλή)
- 饐えない
- Άρνηση (ευγενική)
- 饐えません
- Παρελθόν (απλό)
- 饐えた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 饐えました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 饐えなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 饐えませんでした
- Τε-μορφή
- 饐えて
- Δυνητική
- 饐えられる
- Προστακτική
- 饐えろ
- Βουλητική
- 饐えよう
- Υποθετική (ば)
- 饐えれば
- Υποθετική (たら)
- 饐えたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 饐えたい
- Απαγορευτική (~な)
- 饐えるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 饐えなさい
- Παθητική
- 饐えられる
- Αιτιατική
- 饐えさせる