きょう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φιλοξενώ, παραθέτω γεύμα, κερνώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
饗すする
Παρόν (ευγενικό)
饗すします
Άρνηση (απλή)
饗すしない
Άρνηση (ευγενική)
饗すしません
Παρελθόν (απλό)
饗すした
Παρελθόν (ευγενικό)
饗すしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
饗すしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
饗すしませんでした
Τε-μορφή
饗すして
Δυνητική
饗すできる
Προστακτική
饗すしろ
Βουλητική
饗すしよう
Υποθετική (ば)
饗すすれば