饗応
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεξίωση με φαγητό και ποτό, τραπέζωμα, φιλοξενία με πλούσιο γεύμα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 饗応する
- Παρόν (ευγενικό)
- 饗応します
- Άρνηση (απλή)
- 饗応しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 饗応しません
- Παρελθόν (απλό)
- 饗応した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 饗応しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 饗応しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 饗応しませんでした
- Τε-μορφή
- 饗応して
- Δυνητική
- 饗応できる
- Προστακτική
- 饗応しろ
- Βουλητική
- 饗応しよう
- Υποθετική (ば)
- 饗応すれば
- Υποθετική (たら)
- 饗応したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 饗応したい
- Απαγορευτική (~な)
- 饗応するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 饗応しなさい
- Παθητική
- 饗応される
- Αιτιατική
- 饗応させる