首になる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απολύομαι
- 02 αποκεφαλίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 首になる
- Παρόν (ευγενικό)
- 首になります
- Άρνηση (απλή)
- 首にならない
- Άρνηση (ευγενική)
- 首になりません
- Παρελθόν (απλό)
- 首になった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 首になりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 首にならなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 首になりませんでした
- Τε-μορφή
- 首になって
- Δυνητική
- 首になれる
- Προστακτική
- 首になれ
- Βουλητική
- 首になろう
- Υποθετική (ば)
- 首になれば
- Υποθετική (たら)
- 首になったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 首になりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 首になるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 首になりなさい
- Παθητική
- 首になられる
- Αιτιατική
- 首にならせる