首くびをひねる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γέρνω το κεφάλι με απορία, γέρνω το κεφάλι σκεπτόμενος, σπάω το κεφάλι μου, σκέφτομαι έντονα

Παραδείγματα

  • 私わたしは首くびをひねる。

    Γέρνω το κεφάλι μου.

  • 彼女かのじょは先生せんせいの質問しつもんに首くびをひねった。

    Αυτή έγνεψε με απορία στην ερώτηση του δασκάλου.

  • 問題もんだいの解決策かいけつさくがなかなか見みつからず、彼かれは首くびをひねっていた。

    Καθώς δεν έβρισκε εύκολα λύση στο πρόβλημα, αυτός έσπαγε το κεφάλι του (σκεφτόταν έντονα).

Κλίση

Παρόν (απλό)
首をひねる
Παρόν (ευγενικό)
首をひねります
Άρνηση (απλή)
首をひねらない
Άρνηση (ευγενική)
首をひねりません
Παρελθόν (απλό)
首をひねった
Παρελθόν (ευγενικό)
首をひねりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首をひねらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首をひねりませんでした
Τε-μορφή
首をひねって
Δυνητική
首をひねれる
Προστακτική
首をひねれ
Βουλητική
首をひねろう
Υποθετική (ば)
首をひねれば