くび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός απολύω από την εργασία, παύω από τα καθήκοντα
  2. 02 αποκεφαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
首を切る
Παρόν (ευγενικό)
首を切ります
Άρνηση (απλή)
首を切らない
Άρνηση (ευγενική)
首を切りません
Παρελθόν (απλό)
首を切った
Παρελθόν (ευγενικό)
首を切りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首を切らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首を切りませんでした
Τε-μορφή
首を切って
Δυνητική
首を切れる
Προστακτική
首を切れ
Βουλητική
首を切ろう
Υποθετική (ば)
首を切れば