首くびを横よこに振ふる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κουνάω αρνητικά το κεφάλι μου, διαφωνώ, αρνούμαι, λέω όχι, απορρίπτω (αίτημα)

Παραδείγματα

  • 首くびを横よこに振ふる。

    Κουνάω το κεφάλι μου αριστερά-δεξιά.

  • 先生せんせいは、その提案ていあんに首くびを横よこに振ふった。

    Ο καθηγητής αρνήθηκε την πρόταση.

  • 彼かれはどんなに頼たのまれても、その仕事しごとを引ひき受うけようとせず、ただ首くびを横よこに振ふっていた。

    Όσο κι αν τον παρακαλούσαν, αρνιόταν να αναλάβει τη δουλειά, απλά κούναγε αρνητικά το κεφάλι του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
首を横に振る
Παρόν (ευγενικό)
首を横に振ります
Άρνηση (απλή)
首を横に振らない
Άρνηση (ευγενική)
首を横に振りません
Παρελθόν (απλό)
首を横に振った
Παρελθόν (ευγενικό)
首を横に振りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首を横に振らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首を横に振りませんでした
Τε-μορφή
首を横に振って
Δυνητική
首を横に振れる
Προστακτική
首を横に振れ
Βουλητική
首を横に振ろう
Υποθετική (ば)
首を横に振れば