くび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανακατεύομαι σε ξένες υποθέσεις, αναμιγνύομαι, ενδιαφέρομαι (έντονα) για κάτι, εμπλέκομαι
  2. 02 χώνω το κεφάλι μου (μέσα σε ένα δωμάτιο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
首を突っ込む
Παρόν (ευγενικό)
首を突っ込みます
Άρνηση (απλή)
首を突っ込まない
Άρνηση (ευγενική)
首を突っ込みません
Παρελθόν (απλό)
首を突っ込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
首を突っ込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首を突っ込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首を突っ込みませんでした
Τε-μορφή
首を突っ込んで
Δυνητική
首を突っ込める
Προστακτική
首を突っ込め
Βουλητική
首を突っ込もう
Υποθετική (ば)
首を突っ込めば