くびじっけん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταυτοποίηση προσώπου, αναγνώριση (υπόπτου)
  2. 02 ιστορικό αναγνώριση (από στρατηγό) κομμένου κεφαλιού εχθρού που σκοτώθηκε στη μάχη

Κλίση

Παρόν (απλό)
首実検する
Παρόν (ευγενικό)
首実検します
Άρνηση (απλή)
首実検しない
Άρνηση (ευγενική)
首実検しません
Παρελθόν (απλό)
首実検した
Παρελθόν (ευγενικό)
首実検しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首実検しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首実検しませんでした
Τε-μορφή
首実検して
Δυνητική
首実検できる
Προστακτική
首実検しろ
Βουλητική
首実検しよう
Υποθετική (ば)
首実検すれば