しゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχή και τέλος, από την αρχή μέχρι το τέλος
  2. 02 αποτέλεσμα, έκβαση, εξέλιξη των γεγονότων
  3. 03 επιτυχής διεκπεραίωση μιας κατάστασης

Κλίση

Παρόν (απλό)
首尾する
Παρόν (ευγενικό)
首尾します
Άρνηση (απλή)
首尾しない
Άρνηση (ευγενική)
首尾しません
Παρελθόν (απλό)
首尾した
Παρελθόν (ευγενικό)
首尾しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
首尾しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
首尾しませんでした
Τε-μορφή
首尾して
Δυνητική
首尾できる
Προστακτική
首尾しろ
Βουλητική
首尾しよう
Υποθετική (ば)
首尾すれば