首くび筋すじ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σβέρκος, αυχένας

Παραδείγματα

  • 首筋くびすじが痛いたい。

    Πονάει ο σβέρκος μου.

  • 凝こった首筋くびすじを揉もんだ。

    Έκανα μασάζ στον πιασμένο μου αυχένα.

  • 彼女かのじょは緊張きんちょうするといつも首筋くびすじに手てをやる癖くせがある。

    Όταν αγχώνεται, έχει τη συνήθεια να αγγίζει τον σβέρκο της.