馬鹿がうつる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα γίνομαι ανόητος από τη συναναστροφή με ανόητους ανθρώπους, κολλάω ανοησία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 馬鹿がうつる
- Παρόν (ευγενικό)
- 馬鹿がうつります
- Άρνηση (απλή)
- 馬鹿がうつらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 馬鹿がうつりません
- Παρελθόν (απλό)
- 馬鹿がうつった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 馬鹿がうつりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 馬鹿がうつらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 馬鹿がうつりませんでした
- Τε-μορφή
- 馬鹿がうつって
- Δυνητική
- 馬鹿がうつれる
- Προστακτική
- 馬鹿がうつれ
- Βουλητική
- 馬鹿がうつろう
- Υποθετική (ば)
- 馬鹿がうつれば
- Υποθετική (たら)
- 馬鹿がうつったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 馬鹿がうつりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 馬鹿がうつるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 馬鹿がうつりなさい
- Παθητική
- 馬鹿がうつられる
- Αιτιατική
- 馬鹿がうつらせる