馬ば鹿かにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοροϊδεύω, υποτιμώ, περιφρονώ, δεν παίρνω στα σοβαρά

Παραδείγματα

  • 彼かれを馬鹿ばかにしないでください。

    Μην τον κοροϊδεύεις.

  • 人ひとを馬鹿ばかにするのは良よくありません。

    Δεν είναι καλό να κοροϊδεύεις τους άλλους.

  • 誰だれかを馬鹿ばかにするような態度たいどは、決けっして許ゆるされるべきではありません。

    Μια τέτοια στάση, να υποτιμάς κάποιον, δεν θα έπρεπε ποτέ να επιτρέπεται.

Κλίση

Παρόν (απλό)
馬鹿にする
Παρόν (ευγενικό)
馬鹿にします
Άρνηση (απλή)
馬鹿にしない
Άρνηση (ευγενική)
馬鹿にしません
Παρελθόν (απλό)
馬鹿にした
Παρελθόν (ευγενικό)
馬鹿にしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
馬鹿にしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
馬鹿にしませんでした
Τε-μορφή
馬鹿にして
Δυνητική
馬鹿にできる
Προστακτική
馬鹿にしろ
Βουλητική
馬鹿にしよう
Υποθετική (ば)
馬鹿にすれば