鹿鹿しい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα παράλογος, γελοίος, ανόητος, κωμικός, ασύντακτος, ηλίθιος, χαζός

Παραδείγματα

  • それは馬鹿馬鹿ばかばかしいはなしだ。

    Αυτό είναι ένα ανόητο θέμα.

  • かれっていることは、どうにも馬鹿馬鹿ばかばかしいとしかおもえない。

    Αυτό που λέει, δεν μπορώ παρά να το θεωρώ παράλογο.

  • 真剣しんけんむべき状況じょうきょうで、馬鹿馬鹿ばかばかしい冗談じょうだんっている場合ばあいではないだろう。

    Δεν είναι η ώρα για ηλίθια αστεία σε μια κατάσταση που απαιτεί σοβαρότητα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
馬鹿馬鹿しい
Παρόν (ευγενικό)
馬鹿馬鹿しいです
Άρνηση (απλή)
馬鹿馬鹿しくない
Άρνηση (ευγενική)
馬鹿馬鹿しくないです
Παρελθόν (απλό)
馬鹿馬鹿しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
馬鹿馬鹿しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
馬鹿馬鹿しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
馬鹿馬鹿しくなかったです
Τε-μορφή
馬鹿馬鹿しくて
Υποθετική (ば)
馬鹿馬鹿しければ