せる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω, σπεύδω
  2. 02 οδηγώ γρήγορα (αυτοκίνητο), καλπάζω (με άλογο)
  3. 03 κερδίζω (φήμη), αποκτώ (φήμη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
馳せる
Παρόν (ευγενικό)
馳せます
Άρνηση (απλή)
馳せない
Άρνηση (ευγενική)
馳せません
Παρελθόν (απλό)
馳せた
Παρελθόν (ευγενικό)
馳せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
馳せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
馳せませんでした
Τε-μορφή
馳せて
Δυνητική
馳せられる
Προστακτική
馳せろ
Βουλητική
馳せよう
Υποθετική (ば)
馳せれば