馳せ参じる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπεύδω να παρευρεθώ, τρέχω να επισκεφθώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 馳せ参じる
- Παρόν (ευγενικό)
- 馳せ参じます
- Άρνηση (απλή)
- 馳せ参じない
- Άρνηση (ευγενική)
- 馳せ参じません
- Παρελθόν (απλό)
- 馳せ参じた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 馳せ参じました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 馳せ参じなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 馳せ参じませんでした
- Τε-μορφή
- 馳せ参じて
- Δυνητική
- 馳せ参じられる
- Προστακτική
- 馳せ参じろ
- Βουλητική
- 馳せ参じよう
- Υποθετική (ば)
- 馳せ参じれば
- Υποθετική (たら)
- 馳せ参じたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 馳せ参じたい
- Απαγορευτική (~な)
- 馳せ参じるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 馳せ参じなさい
- Παθητική
- 馳せ参じられる
- Αιτιατική
- 馳せ参じさせる