ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνωμοτώ (με), συμπράττω (με)
  2. 02 γίνομαι φίλος (με), τα πηγαίνω καλά (με)
  3. 03 έρχομαι σε στενή επαφή (με το άλλο φύλο), συνάπτω κρυφή σχέση (με)

Κλίση

Παρόν (απλό)
馴れ合う
Παρόν (ευγενικό)
馴れ合います
Άρνηση (απλή)
馴れ合わない
Άρνηση (ευγενική)
馴れ合いません
Παρελθόν (απλό)
馴れ合った
Παρελθόν (ευγενικό)
馴れ合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
馴れ合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
馴れ合いませんでした
Τε-μορφή
馴れ合って
Δυνητική
馴れ合える
Προστακτική
馴れ合え
Βουλητική
馴れ合おう
Υποθετική (ば)
馴れ合えば