馴染ませる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αναμειγνύω, απλώνω καλά, εφαρμόζω ομοιόμορφα (στο δέρμα, στα μαλλιά κ.λπ.)
- 02 εξοικειώνω, προσαρμόζω, εγκλιματίζω, κάνω (κάποιον) να ενταχθεί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 馴染ませる
- Παρόν (ευγενικό)
- 馴染ませます
- Άρνηση (απλή)
- 馴染ませない
- Άρνηση (ευγενική)
- 馴染ませません
- Παρελθόν (απλό)
- 馴染ませた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 馴染ませました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 馴染ませなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 馴染ませませんでした
- Τε-μορφή
- 馴染ませて
- Δυνητική
- 馴染ませられる
- Προστακτική
- 馴染ませろ
- Βουλητική
- 馴染ませよう
- Υποθετική (ば)
- 馴染ませれば
- Υποθετική (たら)
- 馴染ませたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 馴染ませたい
- Απαγορευτική (~な)
- 馴染ませるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 馴染ませなさい
- Παθητική
- 馴染ませられる
- Αιτιατική
- 馴染ませさせる