馴な染じみ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικείωση, οικειότητα, γνωστός

Παραδείγματα

  • この店みせは私わたしの馴染なじみです。

    Αυτό το μαγαζί είναι γνώριμο για μένα.

  • 長ながい間あいだ、会あっていなかったが、彼かれとは昔むかしからの馴染なじみだ。

    Παρόλο που είχαμε να βρεθούμε πολύ καιρό, είναι ένας παλιός γνώριμος.

  • 新あたらしい環境かんきょうに慣なれるのに時間じかんがかかるだろうが、少すくなくとも昔むかしの馴染なじみの味あじが恋こいしくなることはないだろう。

    Θα χρειαστεί χρόνος να συνηθίσω το νέο περιβάλλον, αλλά τουλάχιστον δεν θα μου λείψουν οι γεύσεις που είχα συνηθίσει παλιά.