馴な染じむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξοικειώνομαι, συνηθίζω, εγκλιματίζομαι, προσαρμόζομαι, δένομαι, γίνομαι φιλικός
  2. 02 ταιριάζω, πάω, εναρμονίζομαι, ενσωματώνομαι, ταιριάζω (π.χ. με το δέρμα)

Παραδείγματα

  • 私わたしは新あたらしい学校がっこうに馴染なじみます。

    Εγκλιματίζομαι στο καινούριο σχολείο.

  • 彼かれは新あたらしい職場しょくばにすぐに馴染なじんで、皆みんなと仲良なかよくなりました。

    Πολύ γρήγορα προσαρμόστηκε στο καινούριο του περιβάλλον στη δουλειά και έγινε φίλος με όλους.

  • 長年ながねん使つかい込こんだ道具どうぐは、手てに馴染なじんで使つかいやすいです。

    Τα εργαλεία που έχεις χρησιμοποιήσει για χρόνια έχουν 'κάτσει' στο χέρι σου και είναι πολύ εύχρηστα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
馴染む
Παρόν (ευγενικό)
馴染みます
Άρνηση (απλή)
馴染まない
Άρνηση (ευγενική)
馴染みません
Παρελθόν (απλό)
馴染んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
馴染みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
馴染まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
馴染みませんでした
Τε-μορφή
馴染んで
Δυνητική
馴染める
Προστακτική
馴染め
Βουλητική
馴染もう
Υποθετική (ば)
馴染めば