えきまる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταματώ σε σιδηροδρομικό σταθμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
駅に止まる
Παρόν (ευγενικό)
駅に止まります
Άρνηση (απλή)
駅に止まらない
Άρνηση (ευγενική)
駅に止まりません
Παρελθόν (απλό)
駅に止まった
Παρελθόν (ευγενικό)
駅に止まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駅に止まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駅に止まりませんでした
Τε-μορφή
駅に止まって
Δυνητική
駅に止まれる
Προστακτική
駅に止まれ
Βουλητική
駅に止まろう
Υποθετική (ば)
駅に止まれば