えき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πώληση σε σιδηροδρομικό σταθμό, προϊόν που πωλείται σε σιδηροδρομικό σταθμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
駅売りする
Παρόν (ευγενικό)
駅売りします
Άρνηση (απλή)
駅売りしない
Άρνηση (ευγενική)
駅売りしません
Παρελθόν (απλό)
駅売りした
Παρελθόν (ευγενικό)
駅売りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駅売りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駅売りしませんでした
Τε-μορφή
駅売りして
Δυνητική
駅売りできる
Προστακτική
駅売りしろ
Βουλητική
駅売りしよう
Υποθετική (ば)
駅売りすれば