駆け上がる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανηφορίζω τρέχοντας, ανεβαίνω τρέχοντας (π.χ. έναν λόφο, σκάλες), ορμώ προς τα πάνω
Παραδείγματα
-
そこを駆け上がる。
Θα ανέβω τρέχοντας από εκεί.
-
私は、あの坂道を毎日駆け上がる。
Κάθε μέρα ανεβαίνω τρέχοντας αυτό τον ανήφορο.
-
目標に向かって一気に頂上まで駆け上がる覚悟だ。
Είμαι αποφασισμένος να ανεβώ τρέχοντας στην κορυφή μονομιάς, με στόχο τον σκοπό μου.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 駆け上がる
- Παρόν (ευγενικό)
- 駆け上がります
- Άρνηση (απλή)
- 駆け上がらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 駆け上がりません
- Παρελθόν (απλό)
- 駆け上がった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 駆け上がりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 駆け上がらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 駆け上がりませんでした
- Τε-μορφή
- 駆け上がって
- Δυνητική
- 駆け上がれる
- Προστακτική
- 駆け上がれ
- Βουλητική
- 駆け上がろう
- Υποθετική (ば)
- 駆け上がれば
- Υποθετική (たら)
- 駆け上がったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 駆け上がりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 駆け上がるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 駆け上がりなさい
- Παθητική
- 駆け上がられる
- Αιτιατική
- 駆け上がらせる