駆かけ出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω έξω, ορμάω έξω
  2. 02 αρχίζω να τρέχω, ξεσπάω σε τρέξιμο

Παραδείγματα

  • 子供こどもが駆かけ出だす。

    Το παιδί αρχίζει να τρέχει.

  • 遊あそびの時間じかんになると、子供こどもたちは一斉いっせいに校庭こうていへ駆かけ出だした。

    Μόλις ήρθε η ώρα για παιχνίδι, τα παιδιά όρμησαν όλα μαζί στην αυλή του σχολείου.

  • 突然とつぜんの訃報ふほうに接せっし、彼女かのじょは悲鳴ひめいを上あげると、そのまま家いえを飛び出るとびでるように駆かけ出だしていった。

    Μόλις έλαβε την ξαφνική είδηση του θανάτου, η γυναίκα ούρλιαξε και έφυγε τρέχοντας από το σπίτι, σαν να πετούσε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
駆け出す
Παρόν (ευγενικό)
駆け出します
Άρνηση (απλή)
駆け出さない
Άρνηση (ευγενική)
駆け出しません
Παρελθόν (απλό)
駆け出した
Παρελθόν (ευγενικό)
駆け出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駆け出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駆け出しませんでした
Τε-μορφή
駆け出して
Δυνητική
駆け出せる
Προστακτική
駆け出せ
Βουλητική
駆け出そう
Υποθετική (ば)
駆け出せば