駆かけ寄よる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω κοντά, σπεύδω προς

Παραδείγματα

  • 子供こどもが母親ははおやに駆け寄かけよります。

    Το παιδί τρέχει κοντά στη μητέρα του.

  • 困こまっている人ひとのところに、すぐに駆け寄かけよった。

    Όταν είδα κάποιον σε δυσκολία, αμέσως έτρεξα κοντά του.

  • 懐なつかしい友人ゆうじんの姿すがたを見みつけると、彼女かのじょは嬉うれしそうに駆け寄かけよっていった。

    Μόλις αντίκρισε την μορφή ενός παλιού της φίλου, έτρεξε χαρούμενη κοντά του.

Κλίση

Παρόν (απλό)
駆け寄る
Παρόν (ευγενικό)
駆け寄ります
Άρνηση (απλή)
駆け寄らない
Άρνηση (ευγενική)
駆け寄りません
Παρελθόν (απλό)
駆け寄った
Παρελθόν (ευγενικό)
駆け寄りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駆け寄らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駆け寄りませんでした
Τε-μορφή
駆け寄って
Δυνητική
駆け寄れる
Προστακτική
駆け寄れ
Βουλητική
駆け寄ろう
Υποθετική (ば)
駆け寄れば