駆かけ巡めぐる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω παντού, τρέχω πέρα δώθε

Παραδείγματα

  • ウサギが野原のはらを駆かけ巡めぐる。

    Ο λαγός τρέχει πέρα δώθε στο χωράφι.

  • 子犬こいぬは嬉うれしそうに庭中にわじゅうを駆かけ巡めぐっていました。

    Το κουτάβι έτρεχε χαρούμενο σε όλο τον κήπο.

  • 大会たいかいでの彼かれの活躍かつやくの噂うわさは、あっという間まに学校中がっこうじゅうを駆かけ巡めぐった。

    Η φήμη για την εξαιρετική του απόδοση στον αγώνα διαδόθηκε αμέσως σε όλο το σχολείο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
駆け巡る
Παρόν (ευγενικό)
駆け巡ります
Άρνηση (απλή)
駆け巡らない
Άρνηση (ευγενική)
駆け巡りません
Παρελθόν (απλό)
駆け巡った
Παρελθόν (ευγενικό)
駆け巡りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駆け巡らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駆け巡りませんでした
Τε-μορφή
駆け巡って
Δυνητική
駆け巡れる
Προστακτική
駆け巡れ
Βουλητική
駆け巡ろう
Υποθετική (ば)
駆け巡れば