てる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γράφεται και ως 狩り立てる ξεσηκώνω, ξετρυπώνω (λαγό, αλεπού, κ.λπ.), βγάζω από την κρυψώνα, αναγκάζω να βγει
  2. 02 οδηγώ (κοπάδι, πρόβατα, κ.λπ.), παρακινώ, κεντρίζω (άλογο)
  3. 03 ωθώ (κάποιον να κάνει κάτι), παροτρύνω, σπρώχνω, παρακινώ, εξαναγκάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
駆り立てる
Παρόν (ευγενικό)
駆り立てます
Άρνηση (απλή)
駆り立てない
Άρνηση (ευγενική)
駆り立てません
Παρελθόν (απλό)
駆り立てた
Παρελθόν (ευγενικό)
駆り立てました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駆り立てなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駆り立てませんでした
Τε-μορφή
駆り立てて
Δυνητική
駆り立てられる
Προστακτική
駆り立てろ
Βουλητική
駆り立てよう
Υποθετική (ば)
駆り立てれば