駆る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παροτρύνω, ωθώ, προτρέπω
- 02 οδηγώ με ταχύτητα (π.χ. ένα αυτοκίνητο)
Παραδείγματα
-
馬を駆る。
Καλπάζω με το άλογο.
-
彼は夢を追い、自分を駆る。
Αυτός κυνηγάει το όνειρό του και πιέζει τον εαυτό του.
-
成功への渇望が、彼を常に前へ駆り立てる原動力となっている。
Η δίψα του για επιτυχία είναι πάντα η κινητήρια δύναμη που τον ωθεί μπροστά.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 駆る
- Παρόν (ευγενικό)
- 駆ります
- Άρνηση (απλή)
- 駆らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 駆りません
- Παρελθόν (απλό)
- 駆った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 駆りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 駆らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 駆りませんでした
- Τε-μορφή
- 駆って
- Δυνητική
- 駆れる
- Προστακτική
- 駆れ
- Βουλητική
- 駆ろう
- Υποθετική (ば)
- 駆れば
- Υποθετική (たら)
- 駆ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 駆りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 駆るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 駆りなさい
- Παθητική
- 駆られる
- Αιτιατική
- 駆らせる