駆除
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξόντωση (παράσιτων), εκρίζωση, εξάλειψη (π.χ. ενός κοινωνικού κακού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 駆除する
- Παρόν (ευγενικό)
- 駆除します
- Άρνηση (απλή)
- 駆除しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 駆除しません
- Παρελθόν (απλό)
- 駆除した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 駆除しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 駆除しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 駆除しませんでした
- Τε-μορφή
- 駆除して
- Δυνητική
- 駆除できる
- Προστακτική
- 駆除しろ
- Βουλητική
- 駆除しよう
- Υποθετική (ば)
- 駆除すれば
- Υποθετική (たら)
- 駆除したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 駆除したい
- Απαγορευτική (~な)
- 駆除するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 駆除しなさい
- Παθητική
- 駆除される
- Αιτιατική
- 駆除させる