こまうごかす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω κίνηση, μετακινώ πιόνι (για παράδειγμα στο σόγκι)

Κλίση

Παρόν (απλό)
駒を動かす
Παρόν (ευγενικό)
駒を動かします
Άρνηση (απλή)
駒を動かさない
Άρνηση (ευγενική)
駒を動かしません
Παρελθόν (απλό)
駒を動かした
Παρελθόν (ευγενικό)
駒を動かしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
駒を動かさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
駒を動かしませんでした
Τε-μορφή
駒を動かして
Δυνητική
駒を動かせる
Προστακτική
駒を動かせ
Βουλητική
駒を動かそう
Υποθετική (ば)
駒を動かせば