そうぞうしい

επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θορυβώδης, δυνατός, φασαριόζικος, κραυγαλέος, βραχνός
  2. 02 ταραχώδης, ασταθής, ανήσυχος

Κλίση

Παρόν (απλό)
騒々しい
Παρόν (ευγενικό)
騒々しいです
Άρνηση (απλή)
騒々しくない
Άρνηση (ευγενική)
騒々しくないです
Παρελθόν (απλό)
騒々しかった
Παρελθόν (ευγενικό)
騒々しかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
騒々しくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
騒々しくなかったです
Τε-μορφή
騒々しくて
Υποθετική (ば)
騒々しければ