騒つく
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φασαριάζω, αναστατώνομαι, βοώ, επικρατεί αναταραχή, είμαι σε διέγερση, είμαι ανήσυχος, διαταράσσομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 騒つく
- Παρόν (ευγενικό)
- 騒つきます
- Άρνηση (απλή)
- 騒つかない
- Άρνηση (ευγενική)
- 騒つきません
- Παρελθόν (απλό)
- 騒ついた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 騒つきました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 騒つかなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 騒つきませんでした
- Τε-μορφή
- 騒ついて
- Δυνητική
- 騒つける
- Προστακτική
- 騒つけ
- Βουλητική
- 騒つこう
- Υποθετική (ば)
- 騒つけば
- Υποθετική (たら)
- 騒ついたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 騒つきたい
- Απαγορευτική (~な)
- 騒つくな
- Προστακτική (ευγενική)
- 騒つきなさい
- Παθητική
- 騒つかれる
- Αιτιατική
- 騒つかせる