驚くべき
άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκπληκτικός, καταπληκτικός, ξαφνικός, θαυμάσιος
Παραδείγματα
-
それは驚くべきことです。
Αυτό είναι κάτι το εκπληκτικό.
-
彼の作品は驚くべき美しさで、多くの人々を魅了しました。
Το έργο του είχε μια εκπληκτική ομορφιά και γοήτευσε πολλούς ανθρώπους.
-
今回の調査で明らかになった新事実は、科学界に驚くべき影響を与えるでしょう。
Τα νέα στοιχεία που αποκαλύφθηκαν στην τρέχουσα έρευνα θα έχουν έναν εκπληκτικό αντίκτυπο στην επιστημονική κοινότητα.