ほねれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός είμαι δύσκολος, είμαι επίπονος, απαιτώ μεγάλη προσπάθεια, είμαι κοπιαστικός, είμαι εξουθενωτικός, αντιμετωπίζω δυσκολία (στην εκτέλεση)

Κλίση

Παρόν (απλό)
骨が折れる
Παρόν (ευγενικό)
骨が折れます
Άρνηση (απλή)
骨が折れない
Άρνηση (ευγενική)
骨が折れません
Παρελθόν (απλό)
骨が折れた
Παρελθόν (ευγενικό)
骨が折れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
骨が折れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
骨が折れませんでした
Τε-μορφή
骨が折れて
Δυνητική
骨が折れられる
Προστακτική
骨が折れろ
Βουλητική
骨が折れよう
Υποθετική (ば)
骨が折れれば