ほねっぽい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοκαλιάρης, σκληροτράχηλος, θαρραλέος, δυναμικός, δύσκολος στον χειρισμό

Κλίση

Παρόν (απλό)
骨っぽい
Παρόν (ευγενικό)
骨っぽいです
Άρνηση (απλή)
骨っぽくない
Άρνηση (ευγενική)
骨っぽくないです
Παρελθόν (απλό)
骨っぽかった
Παρελθόν (ευγενικό)
骨っぽかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
骨っぽくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
骨っぽくなかったです
Τε-μορφή
骨っぽくて
Υποθετική (ば)
骨っぽければ