骨を刺す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διαπερνώ ως το κόκαλο (π.χ. από το κρύο, τον πόνο κ.λπ.), νιώθω πολύ κρύο, είμαι καυστικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 骨を刺す
- Παρόν (ευγενικό)
- 骨を刺します
- Άρνηση (απλή)
- 骨を刺さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 骨を刺しません
- Παρελθόν (απλό)
- 骨を刺した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 骨を刺しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 骨を刺さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 骨を刺しませんでした
- Τε-μορφή
- 骨を刺して
- Δυνητική
- 骨を刺せる
- Προστακτική
- 骨を刺せ
- Βουλητική
- 骨を刺そう
- Υποθετική (ば)
- 骨を刺せば
- Υποθετική (たら)
- 骨を刺したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 骨を刺したい
- Απαγορευτική (~な)
- 骨を刺すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 骨を刺しなさい
- Παθητική
- 骨を刺される
- Αιτιατική
- 骨を刺させる