ほねぬす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποφεύγω τον κόπο, γλιτώνω τη δουλειά
  2. 02 αρχαϊκό ακυρώνω τις προσπάθειες κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
骨を盗む
Παρόν (ευγενικό)
骨を盗みます
Άρνηση (απλή)
骨を盗まない
Άρνηση (ευγενική)
骨を盗みません
Παρελθόν (απλό)
骨を盗んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
骨を盗みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
骨を盗まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
骨を盗みませんでした
Τε-μορφή
骨を盗んで
Δυνητική
骨を盗める
Προστακτική
骨を盗め
Βουλητική
骨を盗もう
Υποθετική (ば)
骨を盗めば